Η Μάνα Κουκουβάγια φτιάχνει ένα εθιστικό μιλφέιγ - The Daily Owl
fade
34553
post-template-default,single,single-post,postid-34553,single-format-standard,eltd-core-1.0,flow child-child-ver-1.0.0,flow-ver-1.3,,eltd-smooth-page-transitions,ajax,eltd-grid-1300,eltd-blog-installed,page-template-blog-standard,eltd-header-type2,eltd-fixed-on-scroll,eltd-default-mobile-header,eltd-sticky-up-mobile-header,eltd-menu-item-first-level-bg-color,eltd-dropdown-default,wpb-js-composer js-comp-ver-4.11,vc_responsive

Η Μάνα Κουκουβάγια φτιάχνει ένα εθιστικό μιλφέιγ

Το μιλφέιγ το αγαπούσα πάντα. Αλλά το απέφευγα. Απλά. Γιατί; Γιατί δεν μπορούσα να διαχειριστώ αυτή την ανακατωσούρα με το φύλλο σφολιάτας, που έκανε σούζες και μετά κυκλοφορούσε ανεξέλεγκτα στο πιάτο, την άχνη που, για κάποιο λόγο βρισκόταν παντού επάνω μου, και, γενικά, το «μπουκιά και καθαριότητα» μου ενοχλούσε την απόλαυση. Γιατί η σφολιάτα και όλα τα γλυκά, που την έχουν στη ζωή τους, είναι απόλαυση. Το κρτς κρτς, δε, στην ίδια μπουκιά με μια βελούδινη κρέμα πραγματικά δεν χρειάζεται και μεγάλη προσπάθεια για να σε απογειώσει. Ειδικά, αν κάθεσαι στο παράθυρο και χαζεύεις τη βροχή, που πέφτει με δύναμη στο τζάμι. Κι έχεις δίπλα κι ένα ζεστό καφεδάκι. Αλλά και με καλύτερες καιρικές συνθήκες το μιλφέιγ σε κατακτά με ευκολία.

 

Όλα αυτά, λοιπόν, αναγκάστηκα να τα στερηθώ για χρόνια. Μέχρι που ήρθε (πάλι) ο κορυφαίος ζαχαροπλάστης Μιχάλης και έδωσε τη λύση! Κάνε εναλλακτικό μιλφέιγ, λέει, δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις το φύλλο της σφολιάτας ενιαίο. Κάν’ το σκόνη (και θρύψαλλα). Αυτό δεν το είχα σκεφτεί! Τον εμπιστεύθηκα και καλά έκανα. Τώρα δεν πάω ποτέ επίσκεψη, αν δεν έχω μαζί και ένα – δύο γυάλινα (πιο κομψά από τάπερ) βαζάκια με μιλφέιγ, μου τα ζητάνε, τι να κάνω; Διότι, σου δίνει και πολλές επιλογές. Το μοιράζεις χωρίς ενοχές, κρατάς και για το σπίτι, πας και στους αγαπημένους, όλοι χαρούμενοι και πιο πολύ εσύ, επειδή τρως τη μισή ποσότητα κρέμας, που δήθεν περίσσεψε, από τα τοιχώματα της κατσαρόλας,. Όταν, μάλιστα, το ετοιμάζεις σε μια κουζίνα που έχει σκοτεινιάσει κι ας είναι πρωί, έξω μαίνεται καταιγίδα, κι εσύ χαμογελάς, γιατί σκέφτεσαι εκείνους που θα το δοκιμάσουν, ναι, το μιλφέιγ πέτυχε το στόχο του.

 

Γι’ αυτό σκέφτηκα να σας δώσω τη συνταγή, είναι εύκολη, ελκυστική, σαγηνευτική, μεθυστική και εθιστική. Ποίημα!

 

 

 

 

 

Χρειάζεσαι:

 

1 φύλλο σφολιάτας (αν το θέλεις πιο πλούσιο βάλε κι άλλο μισό κι αν αναρωτιέσαι τι θα κάνεις το άλλο μισό φύλλο, που θα περισσέψει, πασπάλισέ το με –αλίμονο- ΚΑΣΤΑΝΗ ζάχαρη και κανέλα, κόψε το σε λωρίδες, κάνε τις μια-δυο στροφές και βγαίνουν κάτι τύπου κρουασίνια, όταν ψηθούν, όνειρο)

1,5 κιλό γάλα (με όλα του τα λιπαρά, δεν φτιάχνουμε κρέμα μιλφέιγ… LIGHT!!!)

250 γρ ζάχαρη

400 γρ κρέμα γάλακτος (με όλα της τα λιπαρά κι αυτή, εννοείται)

120 γρ κορν φλάουρ

2 μεγάλα αβγά

1 βανίλια

50 γρ βούτυρο γάλακτος

Λίγη επιπλέον ζάχαρη για πασπάλισμα του φύλλου

Ζάχαρη άχνη για επικάλυψη

 

 

 

Τι να κάνεις:

 

Πασπαλίζεις με λίγη ζάχαρη τη σφολιάτα από τη μία πλευρά (εμένα με βολεύει να ακουμπάει στο χαρτί της συσκευασίας της) και πατάς ελαφρά με τον πλάστη, να εισχωρήσει η ζάχαρη παντού. Προσοχή, δεν ανοίγεις φύλλο, πατάς ελαφρά είπα. Το καλύπτεις με χαρτί ψησίματος (για να μην σου κολλήσει στον πάγκο εργασίας), το γυρνάς από την άλλη πλευρά και κάνεις το ίδιο. Η ζάχαρη θα δώσει ωραία και τραγανή αίσθηση, πιθανόν και να την νιώθεις σε κάποιες μπουκιές (χωρίς περιγραφή…) και θα κάνει κάπως γλυκούλα και τη σφολιάτα, που, όταν ψηθεί σκέτη, ενίοτε κάποια σημεία της είναι λίγο πιο πικρά, να το πω, παράξενα, να το πω, πάντως κάτι σε ξαφνιάζει. Το βάζεις, λοιπόν, όπως είναι με τη λαδόκολλα στο ταψί του φούρνου και ψήνεις, έχοντας προθερμάνει στους 150 βαθμούς με αέρα. Έπειτα από δέκα λεπτά ανεβάζεις στους 180 για λίγο, ώστε να ροδίσει. Εννοείται, δεν θέλουμε να καεί, να πάρει ωραίο ρόδινο χρώμα είναι το ζητούμενο. Μόλις ολοκληρώσεις αυτό το κομμάτι, αφήνεις να κρυώσει η σφολιάτα και ξεκινάς την κρέμα.

 

Σε κατσαρόλα και σε μέτρια προς δυνατή φωτιά βάζεις το γάλα, από το οποίο κρατάς μια κουτάλα (θα το χρειαστείς μετά με το κορν φλάουρ), τη ζάχαρη και την κρέμα γάλακτος και ανακατεύεις να γίνουν συντροφιά. Μέχρι να ζεσταθεί καλά το μείγμα, μην σου πω να φτάσει προς βρασμό, εσύ λίγο παράμερα χτυπάς με δύναμη τα αβγά (χρησιμοποίησε αβγοδάρτη – αν δεν βαριέσαι, μίξερ, εγώ βαριέμαι), προσθέτεις το γάλα που κράτησες και, πάντα ανακατεύοντας, προσθέτεις και το κορν φλάουρ. Όταν πια το συμβάν στην κατσαρόλα είναι καυτό, ρίχνεις σιγά σιγά το μείγμα των αβγών και ανακατεύεις ζωηρά. Προτείνω με τον αβγοδάρτη, που λέγαμε. Άσε να ζεσταθεί καλά όλο μαζί και λίγο αργότερα χαμήλωσε τη φωτιά σε μέτρια και ανακάτεψε μέχρι να πήξει και να γίνει μια υπέροχη, μοσχομυριστή, βελούδινη κρέμα.

 

Στο σημείο αυτό πάντα χρειάζεται να παλέψω μέσα μου, για να μην υποκύψω στον πειρασμό του να φάμε την κρέμα σε μπολάκια κι ό,τι γίνει…

 

Ξεπερνάς αυτόν τον σκόπελο με τον πειρασμό και κατεβάζεις την κρέμα από τη φωτιά. Προσθέτεις το βούτυρο και πάλι ανακατεύεις, να λιώσει, να φτάσει και στα πιο απομακρυσμένα σημεία της κατσαρόλας, να δώσει λίγα ακόμη λιπαρά, αλλά, ταυτόχρονα, να κάνει και την κρέμα πιο πλούσια σε γεύση, τι πλούσια… πάμπλουτη πες.

 

Στο τέλος, ρίξε και τη βανίλια, διότι θέλει και το αρωματάκι της και η διαδικασία ολοκληρώθηκε ως προς αυτό το σκέλος. Πάμε στο δεύτερο, στη συναρμολόγηση, αν θέλεις να το πούμε κι έτσι. Όμως, πρώτα, βάλε μια μεμβράνη πάνω από την κρέμα, για να μην πιάσει κρούστα, κι αν έχεις κάποια δουλειά να κάνεις, κάνε τη, να της δώσουμε λίγο χρόνο να κρυώσει ελαφρά (συμμάζεψε την κουζίνα, δίνω ένα παράδειγμα). 

 

Η σφολιάτα, στο μεταξύ, έχει κρυώσει. Την κάνεις θρύψαλα με το χέρι, εντάξει, δεν εννοώ σκόνη, απλά την τρίβεις σε χοντρά κομμάτια και σε κάποια πιο μικρά, τα πιο τραγανά προτιμώ, συνήθως, για το επάνω μέρος του γλυκού. Σε σκεύος διάφανο, για να φαίνονται οι ωραίες εναλλαγές κρέμας και σφολιάτας, απλώνεις τριμμένο φύλλο σε ποσότητα που να σκεπάσει ικανοποιητικά τον πυθμένα και μετά ξανασκεπάζεις με κρέμα. Η κρέμα να έχει κρυώσει λίγο, όπως είπα, διότι υπάρχει ο κίνδυνος να «πανιάσει» το φύλλο, αν τη ρίξεις ζεματιστή.

 

Ανακεφαλαιώνω: Κρύο φύλλο, σχετικά χλιαρή κρέμα.

 

Εναλλάξ, λοιπόν, φύλλο, κρέμα, φύλλο (ξανά), κρέμα (ξανά), φύλλο και τελειώσαμε. Άχνη μην βάλεις ακόμη, καλύτερα ρίξε το σύννεφό της λίγο πριν σερβίρεις, για να είναι πιο ζωντανή, αλλιώς μπορεί να τραβήξει υγρασία όσο το υπόλοιπο γλυκό είναι ζεστό και να μην κάνει ωραίο αποτέλεσμα, με καταλαβαίνεις.

 

Όπως είπα και στην αρχή, το γλυκό αυτό είναι πολύ μποέμ, δεν σε δεσμεύει γενικά, μπορείς να το μοιράσεις σε όσα σκεύη θέλεις, να κάνεις το μισό για το σπίτι, το μισό για επίσκεψη (όπως θα κάνω εγώ σήμερα), ακόμη και σε μικρά βαζάκια να το βάλεις, γιατί έτσι μεταφέρεται πανεύκολα, και να το στείλεις πεσκέσι. Πόση γλύκα χωράει ένα δώρο ξέρεις μόνο εσύ, που το φτιάχνεις, και όποιος το δοκιμάσει!

 

 

Φιλιά Μάνας (Κουκουβάγιας, πάντα)

 

 

 

 

 

Οι φωτογραφίες είναι της Μάνας Κουκουβάγιας, δηλαδή της Ρίτσας Στάμου. 

Ritsa StamouRitsa Stamou

Η Ρίτσα είναι μια παραδοσιακή Μάνα Κουκουβάγια. Καμαρώνει, παιδεύει, εκπαιδεύει δύο υπέροχα δίδυμα αγόρια, τον Στέφανο και τον Μάριο. Κάνει όσα κάνει, συνήθως, μια μάνα και, παράλληλα, γράφει, ονειρεύεται, ανησυχεί υπερβολικά, κάνει πολλά γλυκά, θυμώνει εύκολα, γι’ αυτό περπατάει πολύ, και βλέπει ΠΟΛΛΕΣ ταινίες!

No Comments

Post a Comment